Τουρισμός: πάνω από 1 στα 10 ευρώ προστιθέμενης αξίας στην ΕΕ συνδέεται με τον κλάδο

Ο τουρισμός επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία πολύ περισσότερο από την άμεση δαπάνη του επισκέπτη σε ξενοδοχεία, εστιατόρια και μεταφορές. Νέος δείκτης του Κοινού Κέντρου Ερευνών (JRC) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής εκτιμά ότι ο συνολικός αντίκτυπος του κλάδου αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 10,1% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας στις χώρες της ΕΕ που καλύπτονται από την ανάλυση.

Η άμεση συμβολή υπολογίζεται στο 4,1%. Η διαφορά προκύπτει όταν προστεθούν οι αγορές που κάνουν οι τουριστικές επιχειρήσεις από προμηθευτές και η οικονομική δραστηριότητα που δημιουργείται όταν οι εργαζόμενοι διαθέτουν το εισόδημά τους στην τοπική αγορά.

Τι σημαίνει το 10,1% για το HORECA

Ένα δωμάτιο ξενοδοχείου ή ένα γεύμα δεν είναι απομονωμένη συναλλαγή. Το κατάλυμα αγοράζει λευκά είδη, ενέργεια, υπηρεσίες καθαρισμού και τεχνολογία. Το εστιατόριο προμηθεύεται τρόφιμα, ποτά, εξοπλισμό και υπηρεσίες logistics. Αυτές οι αλυσίδες μεταφέρουν τη ζήτηση σε πολλούς άλλους κλάδους.

Για τις επιχειρήσεις HORECA, η νέα μέτρηση ενισχύει την ανάγκη να παρακολουθούν όχι μόνο τον τζίρο, αλλά και την τοπική προστιθέμενη αξία: πόσο μέρος των αγορών μένει στην περιοχή, πόσες σταθερές θέσεις εργασίας στηρίζονται και ποιοι προμηθευτές συμμετέχουν στην αλυσίδα.

Μεγάλες διαφορές ανάμεσα στις χώρες

Το JRC εκτιμά ότι η συνολική επίδραση του τουρισμού είναι περίπου 14% της προστιθέμενης αξίας στην Ιταλία και την Ισπανία, ενώ ξεπερνά το 20% στην Πορτογαλία και την Κροατία. Στο Βέλγιο και τη Δανία βρίσκεται λίγο κάτω από το 5%.

Οι συγκρίσεις χρειάζονται προσοχή. Η ένταση του τουρισμού, η διάρθρωση της οικονομίας και η διαθεσιμότητα εθνικών λογαριασμών διαφέρουν. Ο δείκτης δεν μετρά την κερδοφορία μιας μεμονωμένης επιχείρησης ούτε προβλέπει τη ζήτηση για την επόμενη σεζόν.

Γιατί η μέθοδος είναι διαφορετική

Ο τουρισμός δεν εμφανίζεται στους εθνικούς λογαριασμούς ως ένας ενιαίος κλάδος, επειδή ορίζεται από το ποιος καταναλώνει και όχι μόνο από το τι παράγεται. Η νέα προσέγγιση συνδυάζει τους Δορυφόρους Λογαριασμούς Τουρισμού των εθνικών στατιστικών αρχών με τους πίνακες εισροών-εκροών της Eurostat και τα στοιχεία διανυκτερεύσεων.

Έτσι επιχειρεί να αποτυπώσει τρία επίπεδα: την άμεση τουριστική δαπάνη, τις επιδράσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και την κατανάλωση που προκύπτει από τα εισοδήματα του κλάδου. Η ίδια μέθοδος εφαρμόζεται στις χώρες που καλύπτονται ώστε τα αποτελέσματα να είναι συγκρίσιμα.

Τρεις δείκτες που μπορούν να κρατούν οι επιχειρήσεις

  • Τοπικές προμήθειες: ποσοστό αγορών από τοπικούς ή περιφερειακούς προμηθευτές.
  • Ποιότητα απασχόλησης: σταθερότητα, εκπαίδευση και παραγωγικότητα των θέσεων εργασίας.
  • Ανθεκτικότητα: εξάρτηση από συγκεκριμένες αγορές, περιόδους ή κατηγορίες κόστους.

Ο νέος δείκτης δίνει στις αρχές και στους οργανισμούς διαχείρισης προορισμών ένα πιο πλήρες μέτρο για την κατανομή πόρων και την αξιολόγηση πολιτικών. Για μια επιχείρηση, η χρησιμότητά του βρίσκεται κυρίως στο να δείχνει ότι η αξία του τουρισμού δεν τελειώνει στο ταμείο.

Πρωτογενής πηγή: Κοινό Κέντρο Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, 4 Νοεμβρίου 2026. Οι τιμές είναι εκτιμήσεις για τις χώρες που καλύπτονται από τη μεθοδολογία και δεν αποτελούν πρόβλεψη επιχειρηματικών επιδόσεων.

Latest articles

Related articles